οψιμαθής

οψιμαθής
-ές (Α ὀψιμαθής, -ές)
αυτός που διδάχθηκε και έμαθε κάτι σε προχωρημένη ηλικία, καθυστερημένα («τῶν γερόντων τοῑς ὀψιμαθέσι», Πλάτ.)
αρχ.
1. αυτός που εφαρμόζει με άσχημο τρόπο τα όσα έμαθε
2. (με υποτιμητική σημ.) αυτός που επιδιώκει να μάθει πράγματα ανάρμοστα προς την προχωρημένη ηλικία του ή αυτός που περηφανεύεται για κάτι που έμαθε αργά.
επίρρ...
οψιμαθώς (Μ ὀψιμαθῶς)
με τρόπο οψιμαθή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀψι- (βλ. λ. οψέ) + -μαθής (< μανθάνω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ὀψιμαθής — late in learning masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρεῖττον ὀψιμαθὴς ἢ ἀμαθής. — См. Лучше поздно, чем никогда …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ὀψιμαθῆ — ὀψιμαθής late in learning neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ὀψιμαθής late in learning masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὀψιμαθής late in learning masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθέστερον — ὀψιμαθής late in learning adverbial comp ὀψιμαθής late in learning masc acc comp sg ὀψιμαθής late in learning neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθές — ὀψιμαθής late in learning masc/fem voc sg ὀψιμαθής late in learning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθεστέρους — ὀψιμαθής late in learning masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθοῦς — ὀψιμαθής late in learning masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθέσι — ὀψιμαθής late in learning masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθέσιν — ὀψιμαθής late in learning masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀψιμαθῶς — ὀψιμαθής late in learning adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”